ΜΗΝ ΤΑ ΧΑΣΕΤΕ
Αντώνης Κανάκης Συγκλονίζουν τα λόγια του για τον πατέρα του που έφυγε από τη ζωή!

Ποια είναι η συγγραφέας Χρονοπούλου που βρίζει τον Κανάκη [εικόνες]

Το βιβλίο που εξέδωσε ο Αντώνης Κανάκης για τον θάνατο του πατέρα του έχει συγκλονίσει όσους το έχουν διαβάσει, ενώ και γνωστοί παρουσιαστές δεν μπόρεσαν να συγκρατήσουν τα δάκρυά τους όταν διάβαζαν στον αέρα αποσπάσματα. 

Ωστόσο η συγγραφέας Δάφνη Χρονοπούλου μέσω του blog της εξαπέλυσε μία πολύ σκληρή επίθεση στον αγαπημένο παρουσιαστή με ένα άρθρο που τιτλοφορείται «Περί κανιβάλων: Όταν πεθάνουν οι γονείς σου γράψε μας!».

Το συγκεκριμένο άρθρο έχει δεχτεί πλήθος σχολίων στα social media και προκάλεσε κομφούζιο ανάμεσα στην Δάφνη Χρονοπούλου και τον συγγραφέα Αύγουστο Κορτώ, για χάρη του Αντώνη Κανάκη!

Γράφει η κ. Χρονοπούλου:

«Γνωστός τηλετέτοιος βλέπω βγάζει τσάκα -τσάκα βιβλίο για τον πατέρα του που μόλις έθαψε. Πότε το ‘γραψε, πότε βρήκε εκδότη, πότε το διόρθωσαν κι επιμελήθηκαν δεν ξέρω. Παρατηρώ με φρίκη πως όσο βουλιάζουμε στις συνέπειες της Κρίσης τόσο ο κανιβαλισμός γίνεται καθημερινότητα με όλο και πιο πολλούς διάσημους να πουλάνε τα πτώματα της μάνας και του πατέρα τους. Δυό τα πολύ γνωστά ονόματα της λογοτεχνίας που θησαύρισαν πέρσι με μυθιστορίες με θέμα τις μάνες τους. Σειρά τώρα πήρε κι ο πατέρας.
Βλέπετε είναι οι πωλήσεις σίγουρες. Το κοινό που διαβάζει ως επί το πλείστον είναι κυρίες μιας κάποιας ηλικίας, οι κυρίες που στη μοναξιά της αϋπνίας βλέπουν και τους Ράδιο Αρβύλα δίχως να συνδυάζουν πως αν και δουλεύουν με μπαράκια στη Χαλκιδική λέξη δεν έχουν πει για την Eldorado του Μπομπολιστάν που την καταστρέφει.
Μη με παρεξηγήσετε, δεν τις κατηγορώ. Είναι καλοπροαίρετες, το κοινό που συντηρεί πολλά θέατρα, το κοινό που φλερτάρουν οι πονηροί τηλεαριστοφάνηδες μα και οι υπερώριμες και υπερβραβευμένες ποιήτριες-ακαδημαϊκοί που διαμαρτύρονται όταν οι φτωχοί άστεγοι πιάνουν παγκάκια κι εκείνες σιχαίνονται να τα μοιραστούν.
Όχι, τις αναγνώστριες δεν τις κατηγορώ.
Περιφρονώ όμως τους κανιβάλους. Και θλίβομαι». 

Ποια είναι η Δάφνη Χρονοπούλου
Πρόκειται για μια άγνωστη συγγραφέα, η οποία αυτοσυστήνεται «συγγραφέας και blogger». Η ίδια ανφέρει ότι γεννήθηκε στην Aθήνα, έμαθε αγγλικά στο Λονδίνο και ζει στη Mύκονο. Έχει γράψει, τα εξής βιβλία: «Oι Προεκτάσεις τηςMαύρης Kάλτσας», «Iαπωνικά Λουλούδια Του Tσαγιού»,  «Όνειρο Mέσα Σε Όνειρο», «Tρεις Iστορίες», «H Πόρτα Tης Ληνώς»…

Πάντως, στη Μύκονο όπου δηλώνει ότι ζει φωτογραφίζεται σε απίστευτες πόζες.
Δείτε μερικές:

Μαλλιά κουβάρια με τον Αύγουστο Κορτώ

Στο κείμενο αντέδρασε ο συγγραφέας Αύγουστος Κορτώ καθώς θεώρησε ότι η φράση «Δυό τα πολύ γνωστά ονόματα της λογοτεχνίας που θησαύρισαν πέρσι με μυθιστορίες με θέμα τις μάνες τους» αφορά τον ίδιο.

Εγραψε λοιπόν την απάντησή του στο Facebook: «Δεν έχω διαβάσει ακόμα το βιβλίο του Αντώνη Κανάκη. Αυτό που ξέρω, ωστόσο, είναι ότι η μνήμη των γονιών του καθενός είναι ιερή, και του ανήκει απόλυτα, και ότι όποιος τρίτος την προσβάλλει είναι το ομηρικό ‘άχθος αρούρης’.
(Και όχι, δεν με πείραξε η μπηχτή της κυρίας Χρονοπούλου, όπως βεβαίως και δεν ‘θησαύρισα’ από τη νεκρή μου μάνα. Το Κατερινάκι ήταν μια διαδικασία ιδιωτική, μύχια, επώδυνη και ακριβή, και ουδείς μπορεί να αγγίξει τη μάνα μου όπως την περιέχω – πολλώ δε μάλλον μια τόσο επιδερμική κακοήθεια)».

Με ανάρτησή της στο facebook, η Δάφνη Χρονοπούλου γράφει ότι ο Αύγουστος Κορτώ την απειλεί με μήνυση αν δεν αφαιρέσει αρνητικό σχόλιο στο οποίο αναφέρεται το όνομά του:
Η κόντρα μεταξύ των δύο συγγραφέων μεταφέρθηκε και στο Twitter, όπου διαπιστώνουμε πως οι δύο πλευρές είναι πολύ πιθανό να βρεθούν σύντομα σε κάποια δικαστική αίθουσα…

Η Δάφνη Χρονοπούλου:

Απόσπασμα από το βιβλίο του Αντώνη Κανάκη

Ο Αντώνης Κανάκης έγραψε ένα βιβλίο με τίτλο “Μπαμπά…(μια κανονική ημέρα)” και αποκαλύπτει τις αγωνιώδεις στιγμές που έζησε κοντά στον πατέρα του τις 19 ημέρες, όπως τις χαρακτηρίζει, που νοσηλευόταν στην Εντατική της κλινικής “Άγιος Λουκάς” στη Θεσσαλονίκη, με βαρύ εγκεφαλικό, μέχρι που «έφυγε».

“Ο μπαμπάς μου με έβαλε να του υποσχεθώ ότι θα τον κάψουμε όταν πεθάνει. Δεν ήθελε να τον θάψουμε. ‘Αντώνη, να με κάψετε, στάχτη να με κάνετε’. Μαθαίνω ότι δεν μπορεί να γίνει στην Ελλάδα. Απαγορεύεται. Κι επειδή απαγορεύεται, πρέπει να τον πάω στην Βουλγαρία; Ντροπή τους!” σημειώνει ο Κανάκης στο βιβλίο.
“Λυπούμαστε. Ο πατέρας σας έπαθε ανακοπή πριν μισή ώρα’. 28 Μαρτίου 2015, 2.55 ξημερώματα. Δεν θα τον δω να τον ξαναφιλήσω. Δεν θα τον ξαναμαλώσω, δεν θα τον ξαναπειράξω. Δεν θα ξαναβρω ποτέ αναπάντητη κλήση στο κινητό μου που θα γράφει με κόκκινα γράμματα ΜΠΑΜΠΑΣ. Για πρώτη φορά στη ζωή μου γνωρίζομαι με τον θάνατο. Με αγγίζει ο γα…λης. Αυτό το καθίκι μου πήρε τον πατέρα μου”, γράφει.
Σύμφωνα με τα όσα αναφέρει στο εισαγωγικό σημείωμα του βιβλίου ο ίδιος ο Αντώνης Κανάκης, «…αυτό δεν είναι ένα λογοτεχνικό βιβλίο. Είναι ένα πέρα για πέρα αληθινό κείμενο που περιγράφει τα συναισθήματα, τις σκέψεις, τις αντιδράσεις, τα γεγονότα είκοσι περίπου συγκεκριμένων ημερών. Τις είκοσι αυτές ημέρες αυτά έζησα, αυτά ένιωσα, αυτά σκέφτηκα, αυτά φώναξα, αυτά έκανα. Το κείμενο αυτό γράφτηκε αυθόρμητα, άμεσα, ασταμάτητα. Γράφτηκε μόνο του, μέσα σε τέσσερις περίπου ημέρες, όταν συνέβη ό,τι συνέβη. Εκτός από τις εκ των υστέρων ορθογραφικές διορθώσεις, ούτε μία λέξη δεν άλλαξε από την αρχική άμεση – αυτόματη καταγραφή. Δεν σουλουπώθηκε στη συνέχεια, δεν στρογγύλεψε, δεν δουλεύτηκε το περιεχόμενο ή οι διατυπώσεις. Έμεινε έτσι, ακατέργαστο και ωμό. Το κείμενο αυτό είναι μια αντίδραση, μια ανάγκη, ένα καταφύγιο, μια ενέργεια που δεν την αποφάσισα εγώ. Το κείμενο αυτό δεν γράφτηκε για να δημοσιευτεί. Το κείμενο αυτό εύχομαι να μην είχε γραφτεί ποτέ. Το κείμενο αυτό γράφτηκε από εμένα για τον Μπαμπά μου, από μένα για μένα, αλλά και για όλους τους Μπαμπάδες, για όλους τους γιους, για όλες τις Μαμάδες-συντρόφους, για όλες τις κόρες… Για τους ιερούς αυτούς δεσμούς…».
Και αναφέρει:
«Τον θάνατο, τον δικό μου θάνατο, δεν τον φοβάμαι πλέον. Πριν, τον φοβόμουν. Πριν μου δείξει πως ο δικός μας θάνατος λίγη σημασία έχει. Το θάνατο, όμως, του Μπαμπά σου, αυτόν πρέπει να φοβάσαι. Αυτός θα σε γ…ήσει. Και όμως… συγχρόνως και με έναν απόλυτα αντιφατικό και συμπαντικό τρόπο, αυτός είναι που θα σε πάει μπροστά».
Το κύριο χαρακτηριστικό του όμως είναι ένας αβάσταχτος χείμαρρος συναισθημάτων, που γραμμένος σε πρώτο πρόσωπο, συγκλονίζει:
«Πόσο απερίγραπτα μου λείπει, Θεέ μου. Βλέπω φωτογραφίες του. Εστιάζω για κάποιο λόγο σε αυτές που ήταν νεαρός, πιτσιρικάς. Κοιτάω το πρόσωπό του, το χαμόγελό του. Τι καλό παιδί που φαίνεται να ήταν… Πόσο θα ήθελα, σε κάποιο μαγικό σενάριο, να είχαμε γνωριστεί τότε. Να ήμασταν συνομήλικοι, να γινόμασταν κολλητοί φίλοι και να αλητεύαμε μαζί… Να γνώριζα τα όνειρα, τις αγωνίες του, τα σχέδια, τους έρωτές του…».
Και προσθέτει: «Βρίζω τη ζωή, τον Θεό, το σύμπαν, τον θάνατο, τον εαυτό μου. Μετά το ψιλομετανιώνω. Αλλάζει ρότα η σκέψη μου. Τώρα καταλαβαίνω γιατί οι άνθρωποι πιστεύουν στον Παράδεισο, στη μεταθανάτια ζωή, στη μετεμψύχωση κ.τ.λ. Μέχρι τώρα νόμιζα ότι αυτό συμβαίνει με κύριο αίτιο τον εγωισμό και τον φόβο. Φοβόμαστε να πεθάνουμε και θέλουμε κάποιος να μας εγγυηθεί ότι έχει και συνέχεια το έργο – και μάλιστα καλύτερη. Για την πάρτη μας, δηλαδή. Για τους φόβους μας. Λάθος! Τώρα καταλαβαίνω ότι το βασικό αίτιο είναι η αγάπη. Θέλουμε να πιστέψουμε ότι έχει και συνέχεια, μόνο και μόνο για να συναντήσουμε ξανά αυτούς που αγαπάμε. Για να υπάρχει αυτή η προοπτική. Γιατί χωρίς αυτή την προοπτική θα τρελαθείς. Θα τρελαθώ. Πώς να ζήσω με το δεδομένο ότι δεν θα ξαναδώ, μιλήσω, αγκαλιάσω, φιλήσω, μυρίσω ποτέ ξανά τον Μπαμπά μου…Προσωπικά, μάλλον δεν πιστεύω σε όλα αυτά, παράδεισοι, μετεμψυχώσεις κ.τ.λ. Πιστεύω όμως σε κάτι που το βρίσκω αληθινό και έγκυρο. Πιστεύω στα παιδιά. Στην καθαρή, σοφή ψυχή τους και στην αλήθεια της. Τα παιδιά τα ξέρουν όλα και δεν είναι τυχαίο που η αυτόματη αντιμετώπιση των παιδιών στο θάνατο είναι το “πού πήγε ο Μπαμπάς τώρα που πέθανε;”. Αν ήμουν παιδί, αυτό θα ρωτούσα: “Πού πήγε”;».
Η διαδικασία έγινε στη Βουλγαρία και όπως παραδέχεται ο παρουσιαστής, οι στάχτες του πιο σημαντικού και υπέροχου ανθρώπου στη ζωή του βρίσκονται στις ρίζες ενός δέντρου στον κήπο του εξοχικού σπιτιού τους στην Περαία.
“Η τελετή έγινε Κυριακή 29 Μαρτίου. Σεμνή τελετή, όπως θα την ήθελε. Οι παπάδες που έρχονται να τον διαβάσουν έχουν αξιοπρεπή λόγο και παρουσία. Βλέπετε, είναι από αυτούς που δέχονται να διαβάσουν κάποιον που επιθυμεί να αποτεφρωθεί. Είναι τόσο όμορφος στο φέρετρο, αλλά πολύ κρύος. Έχω τις στάχτες μαζί μου, μέσα σε ένα κουτί σφραγισμένο. Το ξεσφραγίζω και αντικρίζω τη στάχτη. Αυτή η γκρίζα μάζα είναι ο μπαμπάς μου. Θα τις βάλω στις ρίζες ενός δέντρου που θα φυτέψω στον κήπο μου” γράφει ο Αντώνης Κανάκης στο βιβλίο του.
Ο παρουσιαστής γράφει για την νύχτα που δέχτηκε το τηλεφώνημα από το νοσοκομείο που νοσηλευτόταν ο πατέρας του.
“Γεια σας, από την Εντατική του Αγιού Λουκά. Κύριε, τα συλλυπητήρια μας”.
“Γιατί; Γιατί μου λέτε συλλυπητήρια; Γιατί; Αφού όλα πήγαιναν καλά” απαντά ο Αντώνης Κανάκης.
Στις 6 το πρωί τα μάτια του από το κλάμα κλείνουν. Σαν ζόμπι φτάνει στο σπίτι της μαμάς του, Ευγενίας, μαζί με την αδελφή του. “Την αγκαλιάζω. Πέθανε ο μπαμπάς” της λέει και σημειώνει:
“H ζωή μου δεν έχει κανένα νόημα. Δεν θέλω και πολύ να ζω”.

iefimerida.gr

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

*

Time limit is exhausted. Please reload CAPTCHA.