ΜΗΝ ΤΑ ΧΑΣΕΤΕ
Παντρεύτηκα τον ξάδερφο του άντρα μου

Παντρεύτηκα τον ξάδερφο του άντρα μου

Πρίν σας πω την ιστορία μου θέλω να σας πω πόσο σας ευχαριστώ που υπάρχετε. Μου δίνετε δύναμη και νιώθω ότι κάποιος εκεί έξω με καταλαβαίνει. Γιατί νιώθω πως δεν με καταλαβαίνει κανείς, ούτε τα παιδιά μου ούτε καν οι γονείς μου που έχουν να μου μιλήσουν και να δούν τα εγγόνια τους 4 χρόνια.

Με λένε Ισιδώρα, είμαι 40 χρονών και έχω δυο αγόρια 17 και 15 ετών. Τον άντρα μου τον έχασα πρίν 10 χρόνια όταν τα παιδιά μου ήταν πολύ μικρά. Σκοτώθηκε σε τροχαίο και έχασα τον κόσμο. Όταν όμως επανήλθα, όταν όλα πήραν τον δρόμο τους, όταν τελείωσα με τα γραφειοκρατικά και τη δήθεν συμπόνοια του κάθε να μην πω, που υποτίθεται ότι με καταλάβαινε, όταν κουράστηκα να κλαίω να καπνίζω το ένα πίσω απ’ το άλλο και να μην κοιμάμαι, είπα «Ή θα πεθάνεις ή θα τους πεθάνεις» Ή ταν ή επί τας. Και έτσι αποφάσισα να τους «πεθάνω».

Ζούσα σε ένα χωριό όπου όλα και όλοι, ήταν βυθισμένοι στην υποκρισία. Που έπρεπε να σώσω την αξιοπρέπειά μου όποτε μου την έπεφτε ο κάθε λιγούρης με τη λογική 30 χρονών+χήρα=εύκολη. Που έπρεπε να σώσω την αξιοπρέπειά μου όταν μετά ο λιγούρης πήγαινε και έβγαζε βρώμα στο χωριό ότι τα είχαμε, από εκδίκηση γιατί δεν πήγαινα μαζί του. Που έπρεπε να κλείνω τα αυτιά των παιδιών μου στα κακεντρεχή σχόλια των χωριανών, των δασκάλων (ναι των δασκάλων), των γονιών των συμμαθητών τους ή των ίδιων των συμμαθητών τους που μιμούνταν όσα τους έλεγαν οι γονείς τους για μένα και την οικογένειά μου. Γιατί ήμασταν ακόμα οικογένεια αλλά κανείς δεν ήθελε να το βλέπει. Μόνο εκείνοι είχαν οικογένεια. Έτσι τους βόλευε να πιστεύουν για να έχουν ένα εξιλαστήριο θύμα, κάποιον να τον λυπούνται για να δείχνουν στους άλλους πόσο φιλεύσπλαχνοι είναι και ταυτόχρονα να τον θάβουν πιο βαθιά κι απ’ τον νεκρό για να καλύπτουν τη μπόχα τους και να νιώθουν ανώτεροι.

Έκανα τα πάντα για να προστατέψω τα παιδιά μου, ακόμα και από τη συμπεριφορά και τα σχόλια των γονιών μου που με έκραξαν όταν το πρώτο καλοκαίρι μετά το θάνατο του άντρα μου, βγήκα βόλτα με μαύρο φανελάκι. Να μην φαίνονται λέει οι ώμοι μου ήμουν χήρα. Μήπως να μην φαίνεται και το κεφάλι μου; Να βάλω μια σακούλα σκουπιδιών στο κεφάλι να κυκλοφορώ στο χωριό σαν τον Οτσαλάν. Άι σιχτίρι πια!

Ο μόνος που μου στάθηκε ήταν ο  Αντρέας, ο ξάδερφος του άντρα μου. Έμενε στην άλλη άκρη του χωριού αλλά πάντα ερχόταν να μας δεί, ειδικά μετά τη κηδεία ερχόταν και δυο φορές την εβδομάδα και μιλούσαμε. Πιο μικρός όταν ήταν έχασε τη κοπέλα του σε τροχαίο, ένα μήνα πρίν παντρευτούν. Ήξερε πως είναι να χάνεις τον άνθρωπό σου και πώς είναι να μην μπορείς να τον κλάψεις γιατί έκλαιγες περισσότερο για τον τρόπο που σου φέρονταν οι άνθρωποι εκεί πέρα, σαν να έφταιγες για όλα. Έπαιρνε τα παιδιά, τα πήγαινε στη πόλη και τους αγόραζε παιχνίδια και γλυκά, τους έλεγε απίστευτες ιστορίες για τον πατέρα τους όταν εγώ κατέρρεα στο δωμάτιό μου. Ήταν υπέροχος άνθρωπος και δεν τον είδα ποτέ ερωτικά, ούτε εκείνος εμένα.

Πέρασαν 5 χρόνια, τα αγόρια μου μεγάλωσαν,  ο ένας θα πήγαινε στο Γυμνάσιο. Εγώ είπαμε, χήρα με τους ώμους καλυμμένους. Ο Αντρέας ερχόταν να μας δεί αλλά πιο αραιά γιατί είχε κάνει σχέση με μια κοπέλα και είχε αφοσιωθεί εκεί. Δεν μας είχε ξεχάσει όμως. Ένα βράδυ, με πήρε τηλέφωνο και μου πρότεινε να πάμε οι τρείς μας, εγώ εκείνος και η κοπέλα του σε ένα μαγαζί στη πόλη. Είχα να βγω 5 χρόνια από το σπίτι αλλά αν το έλεγα στους γονείς μου θα είχαμε μάχη και δεν ήθελα να μαλώσουμε πάλι μπροστά στα παιδιά. Μου είπε να μην ανησυχώ και ότι θα τους μιλούσε εκείνος. Οι γονείς μου δέχτηκαν και η χαρά μου τεράστια. Επιτέλους θα άλλαζα λίγο παραστάσεις, θα έφευγα για λίγο από τη μιζέρια και το μοιρολόι, τη μαύρη ρουτίνα και τις εξηγήσεις.

Πήγαμε στο μαγαζί, περάσαμε καλά και στο γυρισμό ο Αντρέας άφησε τη κοπέλα του στο σπίτι της και συνεχίσαμε για να αφήσει κι εμένα παρακάτω. Λίγο πρίν από το σπίτι μου, αντί να στρίψει δεξιά, έστριψε αριστερά και χώθηκε ανάμεσα σε κάτι δέντρα. Μου είπε πως ήθελε να μου μιλήσει αλλά δεν είπε τίποτα άλλο. Σε λίγα λεπτά, απλά φιλιόμασταν.

Ήταν το πιο όμορφο βράδυ της ζωής μου. Ήμουν ερωτευμένη μαζί του και δεν το είχα καταλάβει. Ίσως ούτε και εκείνος. Πέρασε ένας χρόνος από τότε και κάθε βράδυ, βάζαμε ξυπνητήρι και σηκωνόμασταν στις 3 το πρωί για να βρεθούμε κρυφά. Αυτό όμως μας κούρασε και είχαμε αρχίσει να μαλώνουμε. Γιατί δεν μπορούσαμε να πάμε πουθενά σαν ζευγάρι, ούτε να μιλήσουμε δημόσια μπορούσαμε παρά μόνο σαν συγγενείς, ούτε να κρατηθούμε χέρι χέρι ούτε να ζήσουμε μαζί εκεί, θα μας πέταγαν πέτρες. Του ζήτησα να χωρίσουμε γιατί δεν πήγαινε πουθενά η σχέση μας και έτσι περάσαμε ένα μήνα χωριστά Ώσπου δεν άντεξα άλλο.

Μόλις τελείωσε η σχολική χρονιά, πήρα τα παιδιά και κατεβήκαμε σε μια ξαδέρφη μου, στην Αθήνα. Τον πήρα τηλέφωνο και του είπα πως εγώ δεν ξαναγυρίζω εκεί πέρα και να κάνει ό,τι καταλαβαίνει. Και έκανε. Ήρθε στην Αθήνα. Μαζί μου. Και τώρα δουλεύει 2-3 φορές την εβδομάδα στο μαγαζί του στο χωριό και τις υπόλοιπες μέρες είναι εδώ. Οι γονείς του από τότε δεν του μιλάνε και τα παιδιά μου στην αρχή δεν το πήραν καλά, ειδικά ο μεγάλος. Με πολύ συζήτηση και με αρκετές επισκέψεις σε ψυχολόγο, καταφέραμε κάπως να βρούμε μια άκρη. Και λίγους μήνες  μετά, παντρευτήκαμε. Εγώ, αυτός,τα  παιδιά και δυο φίλοι του. Ο μικρός «ανήθικος» κόσμος μας, που δεν χώρεσε ποτέ στον αξιοπρεπή αδιάβλητο κόσμο του χωριού και των γονιών μας, που μόλις το έμαθαν έκλεισαν για πάντα τη πόρτα των σπιτιών τους και δεν μας ξαναμίλησαν ποτέ. Που το καλύτερο που ήθελαν για μένα και το παιδί τους, ήταν να θάψουμε τις ζωές μας, δίπλα στους ανθρώπους που χάσαμε. Σας ευχαριστώ για τη δημοσίευση!

Ισιδώρα

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

*

Time limit is exhausted. Please reload CAPTCHA.