ΜΗΝ ΤΑ ΧΑΣΕΤΕ
Παγκόσμια Ημέρα κατά του Καρκίνου Οι διάσημοι Έλληνες που έφυγαν από την συγκεκριμένη ασθένεια!

Παγκόσμια Ημέρα κατά του Καρκίνου: Οι διάσημοι Έλληνες που “έφυγαν” από την συγκεκριμένη ασθένεια!

Διεθνής ημέρα κατά του καρκίνου σήμερα και το stroumfaki.org σας θυμίζει σπουδαίες προσωπικότητες της χώρας που “έφυγαν” από την συγκεκριμένη νόσο και αγαπήθηκαν όσο λίγοι!

Αλίκη Βουγιουκλάκη:

Τον Απρίλιο του 1996, την περίοδο που δίνονταν στη Θεσσαλονίκη οι παραστάσεις του τελευταίου θεατρικού της έργου “Η μελωδία της ευτυχίας”, η Αλίκη Βουγιουκλάκη είχε έντονους πόνους στο στομάχι, τους οποίους πίστευε ότι προκαλούσαν τα πολλά αντιβιοτικά που πήρε εξαιτίας μιας βρογχίτιδας που την ταλαιπωρούσε εκείνο το διάστημα. Αφού έκανε εξετάσεις σε ένα ιατρικό διαγνωστικό κέντρο της Express Service στη Θεσσαλονίκη, διαγνώσθηκε κακοήθης όγκος στο ήπαρ. Μη έχοντας συνειδητοποιήσει τη σοβαρότητα της κατάστασης, συνέχισε για μια ακόμη εβδομάδα τις παραστάσεις στη Θεσσαλονίκη, τις οποίες τελικά διέκοψε στις 28 Απριλίου,οπότε δόθηκε και η τελευταία παράσταση του έργου.

Στην Αθήνα μια ομάδα τριών καθηγητών ιατρών διεπίστωσε την ύπαρξη καρκίνου καλπάζουσας μορφής και στο πάγκρεας, πέραν του όγκου στο ήπαρ. Στις 7 Μαΐου, η Αλίκη Βουγιουκλάκη ταξίδεψε στο Μόναχο, όπου υποβλήθηκε σε μια σειρά επιπλέον εξετάσεων κατά τη διάρκεια των τριών ημερών που έμεινε εκεί. Στις 9 Μαΐου, επέστρεψε στην Ελλάδα από το Μόναχο της Γερμανίας. Στις 15 Μαΐου, έκανε το τελευταίο της ταξίδι στη Βοστώνη των Ηνωμένων Πολιτειών σε μια ύστατη προσπάθεια να αντιμετωπίσει το σοβαρό πρόβλημα της υγείας της. Ποτέ δεν έμαθε ότι οι γιατροί στις ΗΠΑ της έδωσαν μόλις 15 μέρες ζωής. Στις 19 Μαΐου επέστρεψε οριστικά στην Αθήνα και στις 21 Μαΐου μπήκε στο Ιατρικό Κέντρο Αθηνών με δική της πρωτοβουλία.

Μετά από δυο μήνες νοσηλείας, η Αλίκη Βουγιουκλάκη πέθανε στις 23 Ιουλίου 1996 στο Ιατρικό Κέντρο Αθηνών από καρκίνο. Ακολούθησε διήμερο λαϊκό προσκύνημα της σορού της στο παρεκκλήσι της Μητρόπολης Αθηνών. Στις 25 Ιουλίου 1996, η νεκρώσιμη ακολουθία εψάλη στον Καθεδρικό Ναό Αθηνών και η ταφή της πραγματοποιήθηκε από το Α’ Νεκροταφείο Αθηνών δημοσία δαπάνη, παρουσία πολλών συναδέλφων της και πλήθους κόσμου.

Μάκης Δεμίρης:

Γεννήθηκε το 1939 στην Αθήνα, σπούδασε στη δραματική σχολή του Πέλου Κατσέλη και στο Ωδείο Αθηνών, και συνεργάστηκε με μεγάλες πρωταγωνίστριες, όπως η Αλίκη Βουγιουκλάκη και η Ρένα Βλαχοπούλου. Στη δεκαετία του 1980 είχε πρόβλημα με τον καρκίνο του φάρυγγα, και ενώ όλα έδειχναν ότι η υγεία του εξελισσόταν καλά, πέθανε το1999 στο σπίτι του, στην Αθήνα, από ανακοπή καρδιάς, σε ηλικία 60 ετών.

Μέμα Σταθοπούλου:

Η Δήμητρα (Μέμα) Σταθοπούλου ήταν Ελληνίδα ηθοποιός.

Γεννήθηκε στην Πάτρα το 1942[1] και εμφανίστηκε στον κινηματογράφο για πρώτη φορά το 1964. Διακρίθηκε σε ρόλους ενζενί, ενώ συχνά συμπρωταγωνιστούσε σε ταινίες με το Θάνο Λειβαδίτη. Στο θέατρο η πρώτη της εμφάνιση ήταν δίπλα στο Δημήτρη Χορν.

Στα νεανικά της χρόνια ήταν αθλήτρια στίβου της Παναχαϊκής και διακρίθηκε ιδιαίτερα στο άλμα εις ύψος.

Το 1975 σταμάτησε το θέατρο και τον κινηματογράφο λόγω της οικογένειάς της. Τα τελευταία χρόνια ζούσε στη Πάτρα και ασχολείτο με ένα κατάστημα ρούχων στην Πάτρα. Πέθανε στις 17 Οκτωβρίου του 1999 από καρκίνο και ετάφη την επόμενη ημέρα στο Β΄ Κοιμητήριο της Πάτρας. Είχε δυο παιδιά από το γάμο της με τον βιομήχανο Δημήτρη Μαρούση, τον Κωνσταντίνο και την Ελένη, η οποία σκοτώθηκε σε τροχαίο έξι χρόνια μετά το θάνατο της μητέρας της, το 2005.

Στέλιος Καζαντζίδης:

Γεννήθηκε στις 29 Αυγούστου 1931 στη Ν. Ιωνία – Αττικής, και πέθανε στις 14 Σεπτεμβρίου 2001 στο Ιατρικό Κέντρο Αθηνών. Μητέρα του ήταν η Γεσθημανή (Χατζίδαινα) που καταγόταν από την Αλάγια της νοτιοδυτικής Μικράς Ασίας. Ο πατέρας του Χαράλαμπος καταγόταν από τα Κοτύωρα (σημ. Ορντού) του Πόντου. Χτίστης στο επάγγελμα ήταν στα χρόνια της κατοχής ενεργός στην Εθνική Αντίσταση, οργανώθηκε στις τάξεις του ΕΛΑΣ και δούλεψε για την Επιμελητεία του Αντάρτη (ΕΤΑ). Στα χρόνια του εμφυλίου δολοφονήθηκε από παρακρατικούς αντικομμουνιστές.[1] Ο έφηβος Καζαντζίδης αναγκάζεται να κάνει πολλές δουλειές για να βγάλει το μεροκάματο. Δουλεύει σε εργοστάσια, υφαντουργεία, πουλάει τσιγάρα και κρύο νερό σε κεντρικά σημεία της πρωτεύουσας. Άσχημη εμπειρία για τον Καζαντζίδη η στρατιωτική του θητεία στο Διόνυσο Αττικής. Κατά τη στρατιωτική του θητεία ορίστηκε υπεύθυνος σε τάγμα μουλαράδων και εκεί μια κλωτσιά στα γεννητικά του όργανα, του στέρησε την πατρότητα.

Ο πρώτος άνθρωπος που εκτίμησε τη φωνή του ήταν κάποιο αφεντικό του, που καθώς τον άκουσε την ώρα της δουλειάς, του χάρισε μια κιθάρα. Δάσκαλος του Καζαντζίδη υπήρξε ο Στέλιος Χρυσίνης, ένας τυφλός συνθέτης.

Στα 1952, ο Καζαντζίδης κάνει το δισκογραφικό ντεμπούτο του με ένα τραγούδι του Απόστολου Καλδάρα. Το τραγούδι αυτό έφερε τον τίτλο “Για μπάνιο πάω”. Ήταν ένα τραγούδι γραμμένο για τον καύσωνα που επικρατούσε εκείνο το καλοκαίρι στην πρωτεύουσα. Ο δίσκος δεν πούλησε γιατί μιμήθηκε τη φωνή του Πρόδρομου Τσαουσάκη και η καριέρα του Στέλιου Καζαντζίδη θα έσβηνε πριν καλά καλά αρχίσει. Αυτός που αντιλήφθηκε τις δυνατότητες της φωνής του Καζαντζίδη ήταν ο συνθέτης Γιάννης Παπαϊωάννου. Το τραγούδι του Οι βαλίτσες γίνεται μεγάλη επιτυχία και το φαινόμενο Καζαντζίδης αρχίζει να παίρνει σάρκα και οστά.

Τον Οκτώβρη του 1965, Καζαντζίδης, Μαρινέλλα και ο Μανώλης Αγγελόπουλος προετοιμάζουν συναυλίες, που τελικά δε θα πραγματοποιηθούν, αφού λίγους μήνες αργότερα ο Καζαντζίδης πήρε τη μεγάλη απόφαση να σταματήσει τις ζωντανές εμφανίσεις σε κέντρα. Αιτία είναι η αποστροφή του για την κατάσταση που επικρατούσε στα νυχτερινά κέντρα. Χαρακτηριστικά η Μαρινέλλα αναφέρει πως μόνο στο μαγαζί που ο Καζαντζίδης δούλευε απαγορευόταν (από τον ίδιο φυσικά) οι τραγουδίστριες να κάθονται στα τραπέζια των εύρωστων οικονομικά πελατών. Η αποχώρηση του Καζαντζίδη από το πάλκο, «…αποτελεί την πιό δραματική μορφή σιωπηλής διαμαρτυρίας απέναντι σε ένα αμείλικτο σύστημα διαπλοκής από νεόπλουτους θαμώνες, αφεντικά της δισκογραφίας και μπράβους της νύχτας…»

Ο Καζαντζίδης με τη Μαρινέλλα και τον ποδοσφαιριστή Μίμη Παπαϊωάννου φτάνουν στη Γερμανία για συναυλίες. Η υποδοχή που τους επιφυλάσσουν οι ομογενείς είναι συγκινητική. Μαζί τους ο νεαρός -τότε- δεξιοτέχνης του μπουζουκιού Χρήστος Νικολόπουλος. Την ίδια εποχή ο Καζαντζίδης και ο Χρήστος Κολοκοτρώνης (μουσική και στίχους αντίστοιχα) δημιούργησαν τον ύμνο της ΑΕΚ που ερμήνευσε ο Παπαϊωάννου: “Νικήστε, νικήστε”.

Είχε προηγηθεί στα 1959 δικαστική διαμάχη του Καζαντζίδη με την δισκογραφική εταιρεία COLUMBIA, με αφορμή τις μεγάλου μεγέθους, πωλήσεις του τραγουδιού “Μαντουμπάλα” πωλήσεις ρεκόρ, που την εποχή εκείνη άγγιξαν τις 100.000. Στην άλλη όψη του ίδιου δίσκου περιλαμβάνεται το “Δυο πόρτες έχει η ζωή”, σε μουσική του ίδιου του Καζαντζίδη και στίχους της Ευτυχίας Παπαγιαννοπούλου. Παρά τις χωρίς προηγούμενο πωλήσεις και τη στιγμή που η εταιρεία έβγαζε εκατομμύρια από το συγκεκριμένο δισκάκι, ο ίδιος ο τραγουδιστής πήρε λιγότερες από 1000 δραχμές. Αυτό συνέβη καθώς οι τραγουδιστές τότε πληρώνονταν ένα εφάπαξ ποσό για τον κάθε δίσκο και δεν λάμβαναν ποσοστά από τις πωλήσεις. Στον Καζαντζίδη χρωστούν πολλά οι σύγχρονοι τραγουδιστές, αφού πρώτος αυτός διεκδίκησε για τον κλάδο του ποσοστά και η προσπάθειά του είχε θετικό αποτέλεσμα.

Στα 1969 αποφασίζει να αποσυρθεί για περίπου δύο χρόνια από τη δισκογραφία. Τότε είναι που κάνει και την προσπάθεια να δημιουργήσει τη δική του εταιρεία, την “STANDAR” αλλά τα κατεστημένα συμφέροντα και η λογοκρισία στα χρόνια της Χούντας των Συνταγματαρχών δεν τον αφήνουν. Την ίδια μοίρα είχαν και οι όποιες άλλες επιχειρηματικές κινήσεις, όπως η εκτροφή βατράχων, το ούζο “Υπάρχω” που κυκλοφόρησε αργότερα κτλ.

Στα τέλη του 1975 έρχεται ο δίσκος “Υπάρχω”. Χρήστος Νικολόπουλος και Πυθαγόρας υπογράφουν την αποχώρηση του Στέλιου από τη δισκογραφία για δώδεκα χρόνια. Επιστρέφει το 1987 με το δίσκο (τον τελευταίο στη MINOS) “Ο δρόμος της επιστροφής”. Το 1988 απεβίωσε η μητέρα του, Γεσθημανή. Ακολουθεί ο δίσκος “Ελεύθερος” στην Polygram. Οι δίσκοι του γίνονται χρυσοί και πλατινένιοι κάνοντας ρεκόρ πωλήσεων. Τελευταίο τραγούδι που ερμηνεύει λίγους μήνες πριν εισαχθεί στο Ιατρικό Κέντρο Αθηνών (με καρκινώματα στον εγκέφαλο) είναι το “Έρχονται χρόνια δύσκολα” και το δίσκο αυτό, που ήταν και το κύκνειο άσμα του καλλιτέχνη, τον προλογίζει απευθύνοντας χαιρετισμό στους θαυμαστές του.

Κατά τη διάρκεια της καριέρας του, τραγούδησε δημιουργίες μεγάλων συνθετών (Άκης Πάνου, Γιάννης Παλαιολόγου, Απόστολος Καλδάρας, Μανώλης Χιώτης, Μίκης Θεοδωράκης, Θοδωρής Δερβενιώτης, Νάκης Πετρίδης[3], Χρήστος Λεοντής, Τάκης Σούκας, Θανάσης Πολυκανδριώτης, Μπάμπης Μπακάλης, Χρήστος Νικολόπουλος, Γιώργος Μητσάκης, Βασίλης Τσιτσάνης, Σταύρος Ξαρχάκος, Μάνος Λοΐζος, Γιάννης Παπαϊωάννου, Γιώργος Ζαμπέτας κα) και στιχουργών (Κώστας Βίρβος, Ευτυχία Παπαγιαννοπούλου, Τάσος Λειβαδίτης, Δημήτρης Χριστοδούλου, Λευτέρης Παπαδόπουλος, Πυθαγόρας, Σώτια Τσώτου, Χρήστος Κολοκοτρώνης, Ευάγγελος Ατραΐδης, Βάντα Κουτσοκώστα, Νίκος Λούκας, Λευτέρης Χαψιάδης, Χαράλαμπος Βασιλειάδης (ΤΣΑΝΤΑΣ) κα).

Έφυγε από τη ζωή, στις 14 Σεπτεμβρίου 2001, σε ηλικία 70 ετών, μετά από πολύχρονη μάχη με τον καρκίνο.

Αλέκος Αλεξανδράκης:

Ο Αλέκος Αλεξανδράκης (27 Νοεμβρίου 1928 – 8 Νοεμβρίου 2005) ήταν Έλληνας ηθοποιός, που διακρίθηκε στη μεγάλη και τη μικρή οθόνη, ενώ από νωρίς καθιερώθηκε σε ρόλους ζεν πρεμιέ. Με τη νεορεαλιστική ταινία Συνοικία το όνειρο (1961) κέρδισε βραβείο στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης. Στην τηλεόραση εμφανίστηκε στην πετυχημένη σειρά Ο παράξενος ταξιδιώτης, με συμπρωταγωνίστρια τη Νόνικα Γαληνέα. Ο Αλέκος Αλεξανδράκης απεβίωσε στην Αθήνα από καρκίνο το 2005. Είχε μία κόρη και έναν γιο από τον τρίτο του γάμο.

Γιώργος Τσιτσόπουλος:

Γεννήθηκε στην Αθήνα και τελείωσε τη Δραματική Σχολή του Θεάτρου Τέχνης. Ξεκίνησε τη θεατρική του καριέρα στο θίασο της Μαρίκας Κοτοπούλη το 1955. Ο ίδιος συνήθιζε να λέει: “Είμαι ο μεγάλος δεύτερος” για το σύνολο σχεδόν των υποστηρικτικών ρόλων του στη θεατρική σκηνή και τον κινηματογράφο. Είχε τιμηθεί με το βραβείο “Κάρολος Κουν” για την ερμηνεία του στο ρόλο του πάστορα Μάντερς στο έργο του Ιάκωβου Καμπανέλη “Στη Χώρα Ίψεν” που είχε ανέβει στο Ανοιχτό Θέατρο σε σκηνοθεσία Γιώργου Μιχαηλίδη. Σημαντικοί ήταν επίσης και οι ρόλοι του στο τρελλό της “Δωδεκάτης νύχτας” με τον Ευαγγελάτο στο Εθνικό, στον Φιλέα Φονγκ στο “Γύρο του κόσμου σε 80 ημέρες” επίσης με τον Ευαγγελάτο, στο “Βυθό” του Γκόργκι, στο “Ματωμένο γάμο” με τους Μινωτή – Παξινού κ.ά.

Εκτός από το θέατρο, έπαιξε και στον ελληνικό κινηματογράφο και μάλιστα στη χρυσή εποχή του, πάντα σε δεύτερους ρόλους, που τον κατέστησαν και περισσότερο γνωστό, όπως στις ταινίες Ο κύριος πτέραρχος, που ως σμηνίτης ακολουθούσε τα παραγγέλματα του Κ. Χατζηχρήστου, Κάτι να καίει, Η Αλίκη στο Ναυτικό, Νύχτα γάμου, Γαμπρός απ’ το Λονδίνο, Ο ξυπόλητος πρίγκιψ, Ξύπνα Βασίλη, Η Παριζιάνα, Όλγα, αγάπη μου, Τρελοί πολυτελείας, Τρεις κούκλες κι εγώ κ.ά.

Γενικά υπηρέτησε τη θεατρική και κινηματογραφική σκηνή με συνέπεια και ήθος. Κάτοικος Καλλιθέας, ήταν παντρεμένος και είχε ένα γιο.

Πέθανε, νικημένος από τον καρκίνο στο Λαϊκό Νοσοκομείο Αθηνών σε ηλικία 77 ετών.

Βαγγέλης Καζάν:

Γεννήθηκε το 1936μ ή το 1938 ως Βαγγέλης Καζαντζόγλου στο Ναύπλιο. Η καριέρα του στο θέατρο, στην τηλεόραση και στον κινηματογράφο διήρκεσε μισό αιώνα περίπου. Έκανε θεατρικές σπουδές στη σχολή του Μιχαηλίδη.

Η πρώτη του εμφάνιση στο θέατρο ήταν το 1960 και στον κινηματογράφο το 1953. Συνεργάστηκε πολλές φορές με το Θόδωρο Αγγελόπουλο και βραβεύτηκε με το βραβείο α΄ ανδρικού ρόλου στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Θεσσαλονίκης το 1975, για το ρόλο του στην ταινία “Θίασος”. Πέρα από την ηθοποιία, ο Καζάν είχε ασχοληθεί και με το στίβο, καθώς είχε λάβει μέρος σε αγώνες δρόμου. Πέθανε από καρκίνο, στις 10 Μαρτίου του 2008 στην Αθήνα.

Νίκος Παπάζογλου:

Γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη. Ξεκίνησε την καριέρα του τη δεκαετία του 1960 περνώντας από τους Olympians και τους Zealot. Συνεργάστηκε για πολλά χρόνια με τους Διονύση Σαββόπουλο, Μανώλη Ρασούλη και Νίκο Ξυδάκη. Έγινε ευρέως γνωστός με το δίσκο του Μανώλη Ρασούλη, Η εκδίκηση της γυφτιάς. Από την παραγωγή αυτή του Σαββόπουλου, μαθαίνουμε ότι το παρατσούκλι του ήταν «push-pull», λόγω των τεχνικών του γνώσεων. Χαρακτηριστικό του Παπάζογλου ήταν το κόκκινο φουλάρι που φορούσε στο λαιμό σε όλες του τις εμφανίσεις.

Τραγούδια του τραγούδησαν πολλοί μεγάλοι Έλληνες τραγουδιστές και επίσης στήριξε αρκετούς καλλιτέχνες και συγκροτήματα στα πρώτα τους βήματα μέσα από το στούντιό του, το Αγροτικόν, στη Θεσσαλονίκη. Ο Νίκος Παπάζογλου συμμετείχε σε πολλούς δίσκους που δημιουργήθηκαν σε αυτό το στούντιο, ως παραγωγός, ηχολήπτης, ενορχηστρωτής και μουσικός.

Το 1993 διαμόρφωσε το πατρικό σπίτι της μητέρας του, στην παραλία των Νέων Επιβατών,σε μπάρ με το όνομα “Bahçe çiflik”, το οποίο λειτούργησε o ίδιος μέχρι περίπου το 2003. Κατά το 2012 το μπάρ μετονομάστηκε από τον νέο του ιδιοκτήτη σε “Crazy Donkey”.

Πέθανε από καρκίνο στις 17 Απριλίου 2011, λίγο καιρό μετά το θάνατο του συνεργάτη του, Μανώλη Ρασούλη.

Σάκης Μπουλάς:

Γεννήθηκε στο Κιλκίς, στις 25 Σεπτεμβριου 1954 αλλά η καταγωγή του ήταν από τον Πειραιά, όπου και μεγάλωσε. Όταν ήταν μικρός, οι γονείς του τον παρότρυναν να γίνει δικηγόρος λόγω της άνεσης που παρουσίαζε στον λόγο, όμως αυτός επέλεξε το τραγούδι και την ηθοποιία. Παλαιότερα ήταν ιδιοκτήτης ενός καταστήματος με έπιπλα. Είχε επίσης πει πως δεν του άρεσε ο γάμος, καθώς έτσι αιχμαλωτίζεται η ανεξαρτησία του.

Πέθανε στις 21 Φεβρουαρίου 2014 στο νοσοκομείο Υγεία έπειτα από πολύμηνη μάχη με τον καρκίνο. Ο θάνατός του προκάλεσε πανελλήνια συγκίνηση. Το ιατρικό ανακοινωθέν που εξέδωσε το νοσοκομείο «Υγεία» αναφέρει ότι “O Aθανάσιος Μπουλάς απεβίωσε σήμερα Παρασκευή 21 Φεβρουαρίου 2014 στο νοσοκομείο ΥΓΕΙΑ μετά από πολύμηνη μάχη με τον καρκίνο. Ο χαρισματικός καλλιτέχνης καθ’ όλη τη διάρκεια της νοσηλείας του επέδειξε γενναιότητα και αξιοπρέπεια.” Στην κηδεία του παρέστησαν πολλές προσωπικότητες της ηθοποιίας, της μουσικής σκηνής αλλά και απλός κόσμος.

Τα τελευταία χρόνια της ζωής του, διατηρούσε δεσμό με την ηθοποιό και πρώην μοντέλο Αλεξάνδρα Ούστα.

Αντώνης Βαρδής:

Ο Αντώνης Βαρδήςγεννήθηκε στις 7 Αυγούστου του 1948, στο Μοσχάτο στην οδό Κανάρη. Σε ηλικία έξι ετών φέρεται να γνώρισε τον Τσιτσάνη, τον Παπαιωάνου, το Ζαμπέτα και τη Ρένα Ντάλια στο νυχτερινό μαγαζί “Φαληρικό” όπου και τραγούδησε για πρώτη φορά. Για βιοποριστικούς λόγους το 1954 δούλεψε δίπλα στο συνθέτη και δεξιοτέχνη στο μπουζούκι Μανώλη Χιώτη, στη “Γωνιά της Αθήνας” στην Πλάκα. Λόγω της δύσκολης οικονομικής κατάστασης της οικογένειας του δεν πήγε στο γυμνάσιο αλλά ξεκίνησε να εργάζεται από μικρός, εργαζόμενος κατά περιόδους σε ψιλικατζίδικο, χρωματοπωλείο, βενζινάδικο, σε οικοδομή σαν βοηθός υδραυλικού και ως ναυτικός.

Στο τέλος του 1965 σε ηλικία 17 ετών γνώρισε τους Γιάννη Πανταζή, Γιώργο Μυλωνά οι οποίοι είχαν σχηματίσει συγκρότημα και έκαναν πρόβες δίπλα από το βενζινάδικο όπου εργαζόταν. Ξεκίνησε να παίζει ερασιτεχνικά μαζί τους κιθάρα και δημιούργησαν το ροκ συγκρότημα Vikings. Το συγκρότημα είχε πολλές αλλαγές μελών στην σύνθεση του με τον Βαρδή και τον Μυλωνά να είναι τα μόνα σταθερά μέλη. Σταδιακά η δραστηριότητα τους έγινε επαγγελματική με τακτικές εμφανίσεις, ενώ κυκλοφόρησαν και τέσσερα 45ρια. Ο Βαρδής έγραψε και κυκλοφόρησε τη μεγαλύτερη ίσως επιτυχία τους, την αγγλόφωνη μπαλάντα Catherine, την οποία υπέγραψε ως Toni Vardis. Οι Vikings διαλύθηκαν το 1970.

Από το 1969, κατά τη διάρκεια της στρατιωτικής του θητείας, ξεκίνησε να εργάζεται ως κιθαρίστας σε μπουάτ στην Πλάκα, αρχικά με τον Δήμο Μούτση και τον Μανώλη Μητσιά[1]. Εμφανιζόταν στις μπουάτ μέχρι το 1981 ενώ παράλληλα συμμετείχε ως μουσικός σε ηχογραφήσεις, συνεργαζόμενος με σημαντικούς συνθέτες τόσο του έντεχνου όπως ο Μούτσης, ο Γιάννης Σπανός και ο Μάνος Λοΐζος, όσο και του λαϊκού όπως ο Χρήστος Νικολόπουλος και ο Θανάσης Πολυκανδριώτης .

Παράλληλα ξεκίνησε να γράφει τραγούδια, τα οποία όμως δεν ηχογραφούσε. Το 1973 πήρε μέρος σε διαγωνισμό τραγουδιού και κέρδισε το δεύτερο βραβείο σύνθεσης. Το τραγούδι, Πόσο πολύ σε αγάπησα σε στίχους του Κώστα Νεστορίδη το ερμήνευσε ο Γιώργος Νταλάρας και από εκεί ξεκίνησε η σοβαρή επαγγελματική ενασχόληση του Βαρδή με τη σύνθεση. Ακολούθησαν το λαϊκό τραγούδι Έτσι που το πας για τη Χαρούλα Αλεξίου και το Οι Κυκλάδες για τον πρώτο προσωπικό δίσκο της Άννας Βίσση, με το οποίο εγκαινίασε τη συνεργασία του με τον στιχουργό Πάνο Φαλάρα ενώ το 1976 συνέθεσε και ερμήνευσε τον πρώτο του προσωπικό δίσκο με τίτλο Οραματίζομαι σε στίχους του Γιάννη Αθανασιάδη. Ο δίσκος δεν γνώρισε επιτυχία και ο Βαρδής για ένα διάστημα αποτραβήχτηκε από τη σύνθεση απογοητευμένος.[1] Επέστρεψε το 1978 με τραγούδια με πιο εμπορικό προσανατολισμό, γράφοντας το Θέλω να μ`αγαπάς το οποίο έγινε επιτυχία από τον Γιάννη Πουλόπουλο, ενώ ακολούθησαν συνεργασίες του με τη Δήμητρα Γαλάνη,για άλλη μια φορά τον Γιώργο Νταλάρα και τον Γιάννη Πάριο.[4] Σημαντική ήταν η συνεισφορά του στον πρωτο δίσκο του Βασίλη Παπακωνσταντίνου, που φέρει το όνομα του τραγουδιστή, για τον οποίο έγραψε 7 τραγούδια σε στίχους του Φαλάρα.

Η δεκαετία του ’80 ξεκίνησε με το Βαρδή να συνεργάζεται για άλλη μια φορά με τη Χαρούλα Αλεξίου στον δίσκο της Ξημερώνει που περιείχε επιτυχίες όπως το ομώνυμο τραγούδι και το Φεύγω. Ακολούθησαν περισσότερες συνεργασίες με γνωστούς καλλιτέχνες όπως η Βίσση, ο Μανώλης Λιδάκης και η Πίτσα Παπαδοπούλου που δεν απέδωσαν σημαντικές επιτυχίες. Το 1986 κυκλοφόρησε τον δεύτερο προσωπικό του δίσκο, Συγκάτοικοι είμαστε όλοι στην τρέλα. Από το δίσκο ακούστηκαν πολλά κομμάτια του ευρέως, όπως το Σχήμα λόγου με συμμετοχές των αδερφών Κατσιμίχα και του Λαυρέντη Μαχαιρίτσα και στίχους του Κώστα Τριπολίτη και το Δεν είχα δύναμη σε στίχους του τακτικού συνεργάτη του Φαλάρα. Στον δίσκο τραγουδούσε επίσης και η μετέπειτα σύζυγος του Χριστίνα Μαραγκόζη. Με τη Μαραγκόζη συνεργάστηκε και στον πρώτο της προσωπικό δίσκο, το Σ’ακολουθώ του 1987 το οποίο περιελάμβανε το ντουέτο τους Θα προχωράμε μαζί σε στίχους του Γιάννη Πάριου, καθώς και στην κοινή τους δουλειά Τραγουδάμε μαζί του 1988, το οποίο περιείχε και την επιτυχία Θα εκραγώ σε στίχους του Αντώνη Ανδρικάκη.

Πολύ σημαντικός στάθηκε για τον Βαρδή ο προσωπικός δίσκος του Στην Ελλάς του 2000 (1995). Στο ομόνυμο τραγούδι συνεργάστηκε ξανά με τους αδερφούς Κατσιμίχα και για μία μοναδική φορά με τον μεγάλο λαϊκό τραγουδιστή Στέλιο Καζαντζίδη, συνεργασία που ο Βαρδής θεωρούσε σημαντική στιγμή στην καριέρα του.[1] Στον ίδιο δίσκο έκανε το ντεμπούτο του ως τραγουδιστής και ο γιος του Γιάννης, με τον οποίο τραγούδησαν το ντουέτο Θα σε περιμένω. Με τον γιό του συνεργάστηκαν και στην Οικογενειακή υπόθεση του 1997.

Στα επόμενα χρόνια ο Βαρδής συνεργάστηκε με πολλούς παλιούς και νεώτερους τραγουδιστές όπως η Καίτη Γαρμπή, ο Αντώνης Ρέμος ο Στέλιος Ρόκκος, η Μελίνα Ασλανίδου, ο Γιάννης Πλούταρχος, η Γλυκερία, η Νατάσα Θεοδωρίδου κ.α. Η τελευταία του προσωπική δισκογραφική κυκλοφορία ήταν το Στην άκρη του ονείρου του 2010.

Ο Βαρδής είχε παντρευτεί δύο φορές. Από τον πρώτο του γάμο απέκτησε τον γιo του, τον τραγουδιστή Γιάννη και μια κόρη την Καλλιστώ. Ο δεύτερος γάμος του ήταν με την τραγουδίστρια και συνεργάτρια του Χριστίνα Μαραγκόζη . Ο γάμος αυτός τράβηξε τα φώτα της δημοσιότητας αλλά κατέληξε επίσης σε διαζύγιο.

Το 2013 ο Αντώνης Βαρδής διαγνώστηκε με καρκινικό όγκο στο κεφάλι και ξεκίνησε αγώνα για να κρατηθεί στη ζωή. Παρά τις θεραπείες που ακολούθησε, χρειάστηκε το 2014 να υποβληθεί σε χειρουργική επέμβαση στη Γερμανία, μετά την οποία υπήρξαν ενδείξεις βελτίωσης της υγείας του. Παρ’ όλ’ αυτά η υγεία του γρήγορα επιδεινώθηκε καθώς η δεξιά πλευρά του παρέλυσε και δεν ήταν σε θέση να περπατήσει, ενώ παράλληλα αντιμετώπιζε προβλήματα με τον οισοφάγο του. Έπειτα ακολούθησε ειδικές θεραπείες και νοσηλεύτηκε σε κρίσιμη κατάσταση σε ιδιωτικό νοσοκομείο της Αθήνας έχοντας στο πλευρό του την οικογένεια του και άτομα από το στενό του περιβάλλον. Απεβίωσε στις 2 Σεπτεμβρίου του 2014 στο Νοσοκομείο Υγεία.

Τόνυ Άντονυ:

Ο Τόνυ Άντονυ (πραγματικό όνομα Αντώνης Κόνιαρης, Αθήνα, 30 Ιανουαρίου 1948 – 13 Δεκεμβρίου 2014) ήταν Έλληνας ηθοποιός και μίμος. Πριν γίνει ηθοποιός ασχολήθηκε με τον αθλητισμό και αγωνίσθηκε σαν τερματοφύλακας στην ποδοσφαιρική ομάδα της περιοχής του Αιγάλεω Αθλητική Ένωση Ιεράπολης. Εμφανίσθηκε σε πολλά θεατρικά έργα κι επιθεωρήσεις, τηλεοπτικές σειρές και κινηματογραφικά έργα, μεταξύ των οποίων και πολλές βιντεοταινίες. Ακόμη, έχει πραγματοποιήσει ζωντανές εμφανίσεις σε διάφορα κέντρα διασκέδασης σαν καλλιτέχνης της stand-up Comedy. Σημαντικός ήταν ο ρόλος του στην πρωτότυπη θεατρική παράσταση “Σεσουάρ για Δολοφόνους” Τα τελευταία χρόνια υπέφερε από ένα σοβαρό πρόβλημα υγείας.

Ο Τόνυ Άντονυ απεβίωσε στις 13 Δεκεμβρίου 2014, ύστερα από πολύμηνη μάχη με τον καρκίνο. Ο θάνατός του έγινε γνωστός το πρωί της επόμενης ημέρας.

Κώστας Τσάκωνας:

Ο Κώστας Τσάκωνας (Αθήνα, 12 Οκτωβρίου 1943 – Κόρινθος, 4 Νοεμβρίου 2015[1]) ήταν ηθοποιός του θεάτρου, του κινηματογράφου και της τηλεόρασης, περισσότερο γνωστός από τις κωμικές ταινίες «Μάθε παιδί μου γράμματα», «Κλασική περίπτωση βλάβης» και «Η μεγάλη απόφραξη».

Γεννήθηκε στις 12 Οκτωβρίου 1943 στην Αθήνα. Ο Κώστας Τσάκωνας φοίτησε στη «Δραματική Σχολή του Λαϊκού Πειραματικού Θεάτρου» του Λεωνίδα Τριβιζά και στη δραματική σχολή «Βεάκη».

Η πρώτη του εμφάνιση στον κινηματογράφο έγινε με εντελώς τυχαίο τρόπο σε μια ταινία μικρού μήκους του Κώστα Ζυρίνη. Στην συνέχεια έπαιξε σε πολλούς πρωταγωνιστικούς ρόλους στον κινηματογράφο, το θέατρο αλλά και στην τηλεόραση. Χαρακτηριστικός ήταν ο ρόλος του στην ταινία «Μάθε παιδί μου γράμματα».

Ο ηθοποιός τραυματίστηκε σοβαρά το 2004 όταν ένα δέντρο έπεσε στο κεφάλι του και σε συνδυασμό διάφορων προβλημάτων υγείας που τον ταλαιπωρούσαν, κατόπιν δεν ήταν πλέον σε θέση να εργασθεί στο θέατρο. Τα προβλήματα υγείας και η δυσχερής οικονομική του κατάσταση τον οδήγησαν να σκεφτεί να κάνει απεργία πείνας, ως ένδειξη διαμαρτυρίας το Πάσχα του 2011.

Ο Κώστας Τσάκωνας άφησε την τελευταία του πνοή το απόγευμα της Τετάρτης 4 Νοεμβρίου του 2015, πέντε χρόνια μετά το σοβαρό εγκεφαλικό επεισόδιο, που του προκάλεσε μεγάλη αστάθεια, ενώ πάλευε με τον καρκίνο.

stroumfaki.org

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

*

Time limit is exhausted. Please reload CAPTCHA.