ΜΗΝ ΤΑ ΧΑΣΕΤΕ
Η άλωση της Κωνσταντινούπολης από τους Λατίνους (12 Απριλίου 1204)

Η άλωση της Κωνσταντινούπολης από τους Λατίνους (12 Απριλίου 1204)

του Κων. Α. Οικονόμου δασκάλου –συγγραφέα

ΓΕΝΙΚΑ: Η Δ’ Σταυροφορία (1201-4) έχοντας στόχο την απελευθέρωση από τους Μουσουλμάνους των Ιεροσολύμων, παρέκκλινε από το στόχο της και οι Σταυροφόροι κατέλαβαν τελικά την Κωνσταντινούπολη καταλύοντας το Βυζάντιο Αυτοκρατορία, διασπώντας την επικράτειά της σε μικρά φράγκικα κρατίδια υπό την υψηλή παπική εποπτεία. Ως ιστορικό γεγονός, η Δ’ Σταυροφορία υπήρξε αποτέλεσμα θρησκευτικών αισθημάτων, ελπίδων των Σταυροφόρων για ηθική ανταμοιβή, επιθυμίας κέρδους και περιπετειών. Όμως, η επικράτηση των υλικών συμφερόντων επιβεβαιώθηκε με την κατάληψη της Κωνσταντινούπολης το 1204.

 

Η ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ: Στις αρχές του 13ου αιώνα η Παλαιστίνη ανήκε στους διαδόχους του Άραβα Σαλαντίν, οι οποίοι ήλθαν σε εμφύλια σύγκρουση. Αυτό έδειχνε ευνοϊκό για την τύχη της Σταυροφορίας που ετοιμαζόταν στη Δύση. Στα χέρια των Σταυροφόρων, είχαν μείνει η Άκκρα, η Ανιόχεια της Συρίας και η Τρίπολη της Παλαιστίνης. Από τον ια΄αιώνα, η Βυζαντινή Αυτοκρατορία υπέφερε από εσωτερικά προβλήματα, διευκολύνοντας τα σχέδια της παπικής συμμαχίας. Χρονιά σταθμός ήταν το 1071 όταν στο Ματζικὲρτ ο βυζαντινὸς στρατὸς ηττήθηκε απὸ τους Σελτζούκους, χάνοντας βασικά ερείσματα στη Μ. Ασία, ενώ το ίδιο έτος χάθηκε από τους Νορμανδούς και η τελευταία βυζαντινή πόλη στην Ιταλία, η Βάρις (Bari). Οι προσπάθειες των Κομνηνών δεν είχαν φέρει αποτελέσματα και η βυζαντινή οικονομία υποχώρησε στη δύναμη ιταλικών πόλεων, στις οποίες είχαν παρασχεθεί σημαντικά προνόμια (Βενετία, Πίζα, Γένουα) με αντάλλαγμα στρατιωτικὴ βοήθεια.

Το αποτέλεσμα όμως ήταν να δημιουργηθούν ακμαία προτεκτοράτα των πόλεων αυτών, χωρίς κέρδος για την κοινωνία της Αυτοκρατορίας. Ακόμη η Κων/λη αντιμετώπιζε σοβαρά κοινωνικά προβλήματα ενώ είχε απομονωθεί λόγω φυγόκεντρων τάσεων πολλών επαρχιών. Η διαφθορά κυριαρχούσε ενώ η φορολόγηση ήταν δυσβάστακτη και βάρυνε κυρίως τους επαρχιώτες.

Ο Λέων Σγουρός, ήλεγχε μεγάλο τμήμα της ελληνικής χερσοννήσου, από το Μοριά μέχρι τη Λάρισα. Στη Ρόδο αποσκίρτησε ο ηγεμόνας Λέων Γαβαλάς, ενώ ο Θεόδωρος Λάσκαρης επαναστάτησε στη Βιθυνία κι ο εγγονός του Ανδρόνικου, Αλέξιος Α΄, κατέλαβε την Τραπεζούντα, ιδρύοντας την ομώνυμη αυτοκρατορία. Ακόμη είχαν αποστατήσει οι περιοχές της Σμύρνης, της Αττάλειας και της Φιλαδέλφειας. Η άλλοτε ισχυρή κεντρική εξουσία της Αυτοκρατορίας ήταν πια σκιώδης λόφω των εμφανών ανεπαρκειών της δυναστείας των Αγγέλων. Στη Δύση, την ίδια εποχή, ο πάπας Ιννοκέντιος Γ΄ (1198) έστρεψε την προσοχή του στην ισχυροποίηση της παπικής εξουσίας, στοχεύοντας να ηγηθεί ο ίδιος σε επικείμενη Σταυροφορία κατά του Ισλάμ.

Ο Βυζαντινός αυτοκράτορας, Αλέξιος Γ΄, στο μεταξύ, απέστειλε επιστολή στον Πάπα λέγοντας ότι μονό αυτός, ως απόγονος της γνήσιας οικουμενικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας θα ήταν δυνατό να επιβληθεί πολιτικά σε όλο το διασπασμένο δυτικό κόσμο. Ο Ιννοκέντιος άρχισε συνεννοήσεις για την ένωση των Εκκλησιών, υπονοώντας την υποταγή της Ορθοδοξίας στην παπική τιάρα, απειλώντας μάλιστα ότι, αν ο Αλέξιος Γ’ αντιδρούσε, θα υποστηρίζε τον εκθρονισθέντα αυτοκράτορα Ισαάκιο, που είχε στενότερες σχέσεις με τους παπικούς.

Ο Αλέξιος Γ’ δε συμφώνησε σε εκκλησιαστική “ένωση” υποστηρίζοντας σε επιστολή του ότι η αυτοκρατορική εξουσία είναι ανώτερη από την πνευματική. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να ενταθούν οι μεταξύ τους σχέσεις. Ταυτόχρονα με τις διπλωματικές προσεγγίσεις ο Ιννοκέντιος οργάνωνε την Σταυροφορία, κατά την οποία οι Χριστιανοί, Ανατολής και Δύσης, θα ενώνονταν για την απελευθέρωση των Αγίων Τόπων. Απεσταλμένοι του Πάπα εστάλησαν σε όλους τους άρχοντες της Ευρώπης υποσχόμενοι άφεση αμαρτιών σε περίπτωση συμμετοχής. Γαλλία, Αγγλία και Γερμανία, λόγω διαφόρων εσωτερικών προβλημάτων, απέρριψαν τη συμμετοχή τους.

Από τους σημαντικούς βασιλιάδες μόνο αυτός της Ουγγαρίας δήλωσε συμμετοχή. Πάντως οι πιο εκλεκτοί ιππότες της Δύσης, κυρίως από τη βόρεια Γαλλία, ακολούθησαν, μεμονωμένα, τους Σταυροφόρους. Σημαντικό ρόλο στην Δ’ Σταυροφορία έπαιξε ο βενετσιάνος δόγης Ερρίκος Δάνδολος, που ενδιαφερόταν για τα οικονομικά οφέλη της χώρας του από τη συμμετοχή στο εγχείρημα. Ο Δάνδολος έχοντας αντιληφθεί ότι η Ανατολή (χριστιανική και μωαμεθανική) ήταν πηγή πλούτου, έστρεψε την προσοχή του πρώτα στον πλησιέστερο αντίπαλο, το Βυζάντιο.

Ως πρώτο βήμα ζήτησε την πλήρη αποκατάσταση των εμπορικών προνομίων που είχε αποκτήσει η Βενετία παλαιότερα στο Βυζάντιο και είχαν περιοριστεί από τους Κομνηνούς.

ΟΙ ΠΡΟΕΤΟΙΜΑΣΙΕΣ ΤΗΣ ΣΤΑΥΡΟΦΟΡΙΑΣ – ΖΑΡΑ: Οι κινούντες τα νήματα Ιννοκέντιος και Δάνδολος, επέλεξαν ηγέτη της Σταυροφορίας τον Ιταλό πρίγκιπα Βονιφάτιο Μομφερατικό. Οι Σταυροφόροι θα συγκεντρώνονταν στη Βενετία, που, αντί κομίστρου, αναλάμβανε να τους διεκπεραιώσει με πλοία στην Ανατολή. Επειδή όμως οι συμμετέχοντες δεν διέθεταν το ζητούμενο ποσό, η Βενετία δέχθηκε να αποζημιωθεί με τη βοήθεια που θα πρόσφεραν οι Σταυροφόροι στην κατάληψη για λογαριασμό της Βενετίας, της ουγγρικής, τότε, Ζάρα (Ζαντάρ), που σημειωτέον … συμμετείχε στη Σταυροφορία. Έτσι, η Σταυροφορία άρχισε με την πολιορκία μιας χριστιανικής πόλης, στην οποία ζούσαν Σταυροφόροι!. Παρά τις διαμαρτυρίες του Πάπα και τις απειλές για μαζικούς αφορισμούς, οι σταυροφόροι κατέλαβαν τη Ζάρα καταστρέφοντάς την. Όταν ο Πάπας πληροφορήθηκε τα καθέκαστα και άκουσε τα παράπονα του Βασιλιά της Ουγγαρίας, αφόρισε Σταυροφόρους και Ενετούς. Αυτό, όμως, δεν είχε κανένα αποτέλεσμα, μιας και … ανακάλεσε μετέπειτα τον αφορισμό κατά των πρώτων, αφήνοντας “τιμωρημένους” τους Βενετούς. Πάντως, ο Ιννοκέντιος δεν απαγόρευσε στους Σταυροφόρους να έρχονται σε επαφή με τους … αφορισμένους και έτσι η συνεργασία τους συνεχίστηκε.

ΠΡΟΣ ΤΗΝ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΗ: Ο γιος του εκθρονισμένου βυζαντινού αυτοκράτορα Ισαάκιου, Αλέξιος (Δ΄), είχε καταφύγει στη Δύση για να ζητήσει βοήθεια για την αποκατάσταση του θρόνου του. Έστειλε αντιπροσωπεία στη Ζάρα, ζητώντας από Βενετούς και Σταυροφόρους βοήθεια, προσφέροντας “γη και ύδωρ” στους Δυτικούς. Υποσχέθηκε να υποτάξει πνευματικά το Βυζάντιο στη Ρώμη, πληρώνοντας ένα μεγάλο χρηματικό ποσό μετά την αποκατάστασή του και να συμμετάσχει προσωπικά στην μετέπειτα Σταυροφορία. Ο Δάνδολος έβλεπε ότι ανοίγονταν μεγάλες ευκαιρίες από αυτή την τροπή των γεγονότων. Οι Σταυροφόροι συμφώνησαν με τον Δάνδολο. Ο Ενετικός στόλος με τους Αλέξιο, Δάνδολο και Βονιφάτιο Μομφερατικό απέπλευσε από τη Ζάρα και τον Ιούνιο του 1203 εμφανίσθηκε στην Κων/λη. Πολλοί ερευνητές, πάντως, πιστεύουν πως η πορεία κατά της Κωνσταντινούπολης είχε μυστικά προαποφασιστεί από τον Πάπα και τον Γερμανό βασιλιά Φίλιππο της Σουηβίας. Φαίνεται πως στόχος του Δάνδολου, που είχε ανησυχήσει από την οικονομική ανάπτυξη της Γένουας και της Πίζας, ήταν η πρωτοκαθεδρία της Γαληνοτάτης στον πλούτο και τις αγορές της Ανατολής.

Η ΠΡΩΤΗ ΑΛΩΣΗ (1203): Παρ’ όλο που οι Σταυροφόροι δεν ήταν μεγάλο πλήθος, και η Πόλη φαινόταν ικανή να τους αντιμετωπίσει, οι Βυζαντινοί αιφνιδιασμένοι, είδαν τους Λατίνους να σπάνε την αλυσίδα του Κερτάτιου και να καταλαμβάνουν το λιμάνι καταστρέφοντας τα ναυλοχούντα βυζαντινά πλοία.

Μάλιστα, μετά από ολιγοήμερη πολιορκία, κατέλαβαν προσωρινά την πόλη τον Ιούλιο του 1203, παρά την αντίσταση των Βαράγγων μισθοφόρων που διέθεσε ο πολιορκημένος αυτοκράτορας! Ο Αλέξιος Γ, ανίκανος να αντισταθεί, εγκατέλειψε την πόλη παίρνοντας μαζί του το δημόσιο θησαυροφυλάκιο. Ο Ισαάκιος Β’ αποφυλακίστηκε και επανήλθε στον θρόνο, ενώ ο γιος του Αλέξιος, που είχε αφιχθεί με τους Σταυροφόρους, ανακηρύχθηκε συν-αυτοκράτορας (Αλέξιος Δ’). Έτσι, ο φαινομενικός στόχος της πολιορκίας αυτής, η αποκατάσταση του Ισάακιου στο θρόνο, επετεύχθη. Όμως, όταν ήρθε η ώρα της αμοιβής των Σταυροφόρων από τον Ισαάκιο, διαπιστώθηκε πως το αυτοκρατορικό ταμείο ήταν άδειο. Απελπισμένος ο νέος συν-αυτοκράτορας προσπάθησε να συλλέξει τα υποσχεθέντα με πρόσθετους φόρους, δασμούς, τάματα Ναών, κ.α. Όμως ο λαός, τρέφοντας εχθρικά αισθήματα για την εξουσία του θεωρώντας την προδοτική, επαναστάτησε, ανατρέποντας τους εκλεκτούς των Λατίνων ανακηρύσσοντας αυτοκράτορα τον Αλέξιο Ε΄ Μούρτζουφλο.

Εκείνος δεν δέχθηκε να τηρήσει τους όρους των προκατόχων του, αρνούμενος συμβιβασμό. Συγχρόνως προσπάθησε να οργανώσει την άμυνα της πόλης για ενδεχόμενη επίθεση που δεν άργησε.

Η ΑΛΩΣΗ ΤΟΥ 1204: Η σύγκρουση Ελλήνων και Σταυροφόρων ήταν πια αναπόφευκτη και οι δεύτεροι άρχισαν να σχεδιάζουν την κατάκτηση της Κωνσταντινούπολης. Τον Μάρτιο του 1204 πραγματοποιήθηκε συνθήκη διαμέλισης της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας μεταξύ Βενετίας και Σταυροφόρων. Η πρώτη πρόταση της συνθήκης είναι εντυπωσιακή:≪Εν ονόματι του Χριστού, πρέπει να καταλάβουμε, δια των όπλων, την πόλη≫! Επιτροπή Βενετών και Γάλλων, θα εξέλεγε εκείνον που, κατά τη γνώμη τους, θα κυβερνούσε καλύτερα τη χώρα ≪προς δόξαν του Θεού, της Αγίας Ρωμαϊκής Εκκλησίας και της Αυτοκρατορίας≫. Όλοι οι Σταυροφόροι που θα λάμβαναν κτήσεις, εκτός από τον Ερρίκο Δάνδολο, όφειλαν να ορκιστούν

πίστη στον Αυτοκράτορα. Μετά την προσυπογραφή των όρων της συμφωνίας, άρχισαν συνδυασμένες επιθέσεις κατά των τειχών της Κων/λης.

Η πρώτη επίθεση, της 9ης Απριλίου 1204, εναντίον του θαλάσσιου τείχους αποκρούστηκε. Την παραμονή της τελικής εφόδου οι Λατίνοι επίσκοποι, εξαπέλυσαν ανθελληνικούς μύδρους, κήρυσσοντας ότι ο πόλεμος ήταν δίκαιος, γιατί ο Μούρτζουφλος ήταν προδότης, δολοφόνος και πιο άνομος από τον Ιούδα, ότι οι Έλληνες είχαν παρακούσει τη Ρώμη, ήταν ένοχοι για το σχίσμα, αρνούμενοι να αναγνωρίσουν την παπική πρωτοκαθεδρία και ότι ο Ιννοκέντιος επιθυμούσε την ένωση των δύο Εκκλησιών. Οι πόρνες, που ακολουθούσαν τους Σταυροφόρους, διατάχθηκαν να εγκαταλείψουν το στρατόπεδο και στάλθηκαν μακριά. Οι ιερωμένοι εξομολόγησαν τους στρατιώτες, τους χορήγησαν Όστια (Θ. Κοινωνία των Καθολικών) και γενικά έπραξαν ό,τι μπορούσαν για να τους καθησυχάσουν και να τους απασχολήσουν μέχρι την επίθεση της επομένης. Στις 12 Απριλίου, η επίθεση επαναλήφθηκε στο Κεράτιο τείχος. Οι Ενετοί, δένοντας τις γαλέρες τους ανά δύο, τις είχαν υπερυψώσει με ξύλινες κατασκευές οδηγώντας τις γεμάτες στρατό κατά των πύργων. Μετά από σκληρή μάχη, το απόγευμα κατόρθωσαν να καταλάβουν δύο πύργους και τρεις πύλες από όπου άρχιζαν να εισχωρούν στην πόλη, δημιουργώντας προγεφύρωμα στο εσωτερικό της. Η ανίκανη βυζαντινή ηγεσία απέδειξε πως δεν μπορούσε να αντιμετωπίσει τις περιστάσεις. Ο Μουρτζούφλος και πολλοί ευγενείς εγκατέλειψαν την πόλη από χερσαίες πύλες προς τη Θράκη. Έτσι την επόμενη μέρα οι επιτιθέμενοι άρχισαν να προελαύνουν χωρίς ουσιαστική αντίσταση. Η πρωτεύουσα του Βυζαντίου έπεσε μετά την εγκληματική και πειρατική εκστρατεία που λέγεται Δ’ Σταυροφορία.

Τα βυζαντινά στρατεύματα, συμπεριλαμβανομένων και των Βαράγγων, κατέθεσαν τα όπλα λαμβάνοντας διαβεβαιώσεις προσωπικής ασφαλείας. Οι Ιταλοί έποικοι της Πόλης, που είχαν εκδιωχθεί, εκμεταλλεύτηκαν την είσοδο των φίλων τους και προέβησαν σε αντίποινα κατά του πληθυσμού για την απέλασή τους. Καθώς οι νικητές Σταυροφόροι διέσχιζαν τους δρόμους της πόλης, γυναίκες, γέροντες και παιδιά, που δε μπόρεσαν να δραπετεύσουν, τους υποδέχτηκαν σχηματίζοντας το σημείο του σταυρού με τους δείκτες των δύο χεριών τους, ζητωκραυγάζοντας το Μομφερρατικό ως βασιλιά, ενώ μια πομπή, με επικεφαλής το Σταυρό και ιερά κειμήλια του Χριστού, επεφύλαξε στον τελευταίο θριαμβευτική υποδοχή. Ο λαός τον γνώριζε ως προστάτη του Αλέξιου. Έτσι, ήταν φυσικό να τον ζητωκραυγάζουν ως

βασιλιά, πιστεύοντας ότι επρόκειτο για μια απλή αλλαγή στο θρόνο. Όμως, οι εισβολείς δεν λυπήθηκαν κανέναν. Προκειμένου να εξασφαλίσουν τη θέση τους, πυρπόλησαν τεράστιο τμήμα της πόλης που βρισκόταν στα ανατολικά ανάμεσα στη μονή Ευεργέτιδος και τη συνοικία Δρουγγάριο. Η πυρκαγιά διήρκεσε από τη νύχτα μέχρι το επόμενο βράδυ, καταστρέφοντας μεγάλο τμήμα της Πόλης. Το αυτοκρατορικό ανάκτορο των Βλαχερνών λεηλατήθηκε και οι κατακτητές εγκατέστησαν το στρατηγείο τους στον Παντεπόπτη. Ο Θεόδωρος Λάσκαρης αποφάσισε να κάνει μια ακόμα προσπάθεια εκδίωξης των εισβολέων. Η έκκληση πουαπηύθηνε, όμως, στο λαό ήταν μάταιη. Όσοι δεν είχαν πανικοβληθεί, έδειχναν αδιάφοροι. Η βία των στρατιωτών δεν φείσθηκε ούτε των κοριτσιών ούτε των αφιερωμένων στο Θεό παρθένων. Η πόλη είχε περιέλθει σε χάος. Ευγενείς, γέροντες, γυναίκες και παιδιά έτρεχαν εδώ κι εκεί προσπαθώντας να σώσουν τη ζωή, την τιμή και τον πλούτο τους. Ιππότες, και Ενετοί ναύτες ανταγωνίζονταν σε ένα τρελό αγώνα λεηλασίας. Αυτοί οι ευσεβείς ληστές, ενεργούσαν σαν να είχαν άδεια να διαπράξουν οποιοδήποτε έγκλημα. Κράδαιναν τα ξίφη τους και λεηλατούσαν κατοικίες κι εκκλησίες. Η θρησκεία των ηττημένων υφίστατο κάθε είδους προσβολή. Εκκλησίες και μοναστήρια ήταν τα πρώτα που λεηλατήθηκαν. Μοναχοί και ιερωμένοι υπέστησαν προσβλητική μεταχείριση. Οι Σταυροφόροι τοποθετούσαν άμφια των ιερέων στις ράχες των αλόγων τους. Οι εικόνες αποσπώνταν από τα πλαίσιά τους ή θρυμματίζονταν. Τα δισκοπότηρα απογυμνώθηκαν από πολύτιμους λίθους και μεταβλήθηκαν σε κρασοπότηρα. Τα καλύμματα των Αγίων Τραπεζών και τα χρυσοκέντητα, διακοσμημένα με πολύτιμους λίθους παραπετάσματα αφαιρέθηκαν, τεμαχίστηκαν και διαμοιράστηκαν. Οι Άγιες Τράπεζες της Αγίας Σοφίας, τεμαχίστηκαν, προκειμένου να αρπάξουν οι Σταυροφόροι τα πολύτιμα υλικά. Άλογα και μουλάρια οδηγήθηκαν στο Ναό για να μεταφέρουν φορτία ιερών σκευών, χρυσών και αργυρών πλακών του θρόνου, αμβώνων, θυρών και διακοσμήσεων. Οι στρατιώτες βεβήλωσαν το μέγιστο ναό της Χριστιανοσύνης. Μια από τις πόρνες που επανέκαμψαν για να στεφανώσουν τον “ιερό” … ιπποτικό αγώνα κάθισε στην πατριαρχική καθέδρα και χόρευε τραγουδώντας άσεμνα τραγούδια προς τέρψη των στρατιωτών. Την τρίτη ημέρα εκδόθηκε διαταγή για την προστασία των γυναικών.

Ωστόσο, πέρασαν πολλές ημέρες ώσπου να επανέλθει ο στρατός στην προηγούμενη πειθαρχία του. Ένας συγγραφέας της εποχής, ο συνεχιστής της ιστορίας του Γουλιέλμου της Τύρου, γράφει χαρακτηριστικά: “Όταν οι Λατίνοι δεν είχαν ακόμα καταλάβει την Κωνσταντινούπολη, κρατούσαν την ασπίδα του Θεού μπροστά τους. Μόνο όταν εισήλθαν στην πόλη, την πέταξαν και καλύφτηκαν με την ασπίδα του διαβόλου”.

ΑΛΛΑ “ΚΑΤΟΡΘΩΜΑΤΑ” ΤΩΝ ΠΟΡΘΗΤΩΝ: Τίποτα δεν έμεινε σεβαστό στην Πόλη από τους αδίστακτους “ιππότες”: εκκλησίες, λείψανα, μνημεία τέχνης. Οι Σταυροφόροι, καθώς και οι Λατίνοι μοναχοί και ιερωμένοι, έλαβαν μέρος στη λεηλασία. Ο αυτόπτης Χωνιάτης, δίνει μια τρομακτική εικόνα της λεηλασίας, της βίας και της ερήμωσης που επέφεραν. Μας διασώζει, μάλιστα, τον τρόπο φυγάδευσής του, μαζί με άλλους Βυζαντινούς, από έναν φίλο του Ενετό. Μπροστά τους πορευόταν ο ίδιος ο πατριάρχης ≪χωρίς σάκο, χρήματα, ράβδο, υποδήματα, αλλά μόνο με έναν επενδύτη≫, γράφει, ≪σαν ένας πραγματικός απόστολος ή μάλλον σαν ένας πραγματικός οπαδός του Ιησού Χριστού, καθώς καθόταν σε ένα γαϊδούρι, με τη διαφορά ότι εκείνος δεν εισερχόταν θριαμβευτικά στη νέα Σιών αλλά την εγκατέλειπε≫.

Οι Ενετοί και οι Σταυροφόροι μοιράστηκαν τα λάφυρα. Τα χρεωστούμενα στους Ενετούς 50.000 ασημένια μάρκα, πληρώθηκαν από τη λεία των στρατιωτικών. Πέραν των όσων κλάπηκαν και του ποσού που καταβλήθηκε στους Ενετούς, ο στρατός έλαβε συνολικά 400.000 μάρκα και 10.000 πανοπλίες. Στη διάρκεια της λεηλασίας, χάθηκαν πολύτιμα έργα τέχνης, βιβλιοθήκες λαφυραγωγήθηκαν, χειρόγραφα καταστράφηκαν, ενώ η Αγία Σοφία, ο ωραιότερος ναός της Χριστιανοσύνης, απογυμνώθηκε λεηλατούμενος από κάθε διακοσμητικό στοιχείο που ήταν δυνατό να μεταφερθεί. Αξίζει να σημειώσουμε πως μεγάλο μέρος των κλαπέντων βυζαντινών θησαυρών εκποιήθηκε τὸ 1795 ἀπὸ τὴν Βενετικὴ Δημοκρατία για πολεμικὲς ανάγκες. Οι τάφοι των αυτοκρατόρων, στο ναό των Αγίων Αποστόλων, με πρώτο εκείνον του Ιουστινιανού, λεηλατήθηκαν σε αναζήτηση θησαυρών. Αφού λεηλάτησαν ανάκτορα, ναούς και τάφους, οι ευσεβείς ληστές έστρεψαν την προσοχή τους στα αγάλματα. Μετά από αυτή την “Σταυροφορία”, όλη η δυτική Ευρώπη κοσμήθηκε με θησαυρούς της Κωνσταντινούπολης. Τα τέσσερα ορειχάλκινα άλογα που αποτελούσαν στολίδια του Ιπποδρόμου, μεταφέρθηκαν από τον Δάνδολο στην πόλη του, για τη διακόσμηση του προαυαλίου του ναού του Αγίου Μάρκου. Μεγάλο πλήθος ορειχάλκινων αγαλμάτων λιώθηκαν και μετατράπηκαν σε νομίσματα!

Μεταξύ των έργων που καταστράφηκαν έτσι ήταν: άγαλμα της Θεοτόκου από τον Βουν, άγαλμα του Ηρακλή (Λυσίππου), άγαλμα της Ήρας (Αγορά Κων/νου), άγαλμα του Πάρι, το Ανεμοδούλιον, σύμπλεγμα Βελερεφόντη – Πήγασου, το αρχαίο άγαλμα της λύκαινας που θήλαζε τον Ρωμύλο και τον Ρώμο, αγάλματα μιας σφίγγας, ενός ιπποπόταμου, ενός κροκοδείλου, ενός ελέφαντα, άλλα που αναπαριστούσαν θρίαμβο επί της Αιγύπτου, το τέρας Σκύλα, μορφές νικητών των ιπποδρομιών, και άλλα, που τα περισσότερα ήταν δημιουργήματα της προ Χριστού εποχής. Όλα αυτά τα αγάλματα στάλθηκαν εσπευσμένα στις καμίνους και μετατράπηκαν σε νομίσματα.

Η ΑΡΠΑΓΗ ΤΩΝ ΙΕΡΩΝ ΛΕΙΨΑΝΩΝ: Η Πόλη είχε προσελκύσει πλείστα ιερά λείψανα του ανατολικού κόσμου. Ακόμα και οι πλέον ευσυνείδητοι σταυροφόροι, φαίνεται ότι πίστευαν, πως ο καλύτερος τρόπος αντιστάθμισης της παραβίασης του όρκου τους, ήταν να κλέψουν ένα ιερό λείψανο δωρίζοντάς το στην εκκλησία της ιδιαίτερης πατρίδας τους. Η λεηλασία των ιερών λειψάνων της Κωνσταντινούπολης διήρκεσε σαράντα χρόνια. Οι ανώτεροι ιερωμένοι που συνόδευαν το στρατό, άνθρωποι που αρνούνταν να πάρουν περιουσιακό μερίδιο, έσπευδαν να οικειοποιηθούν τα ιερά λάφυρα, χωρίς ενδοιασμό για τα μέσα που έπρεπε να χρησιμοποιήσουν. Ο Τίμιος Σταυρός τεμαχίστηκε από επισκόπους, για να διαμοιραστεί σε βαρόνους. Ο ενετικός ναός του Αγίου Μάρκου απέκτησε γλυπτά,  εικόνες, χρυσά και αργυρά σκεύη και πολυάριθμα εκκλησιαστικά έπιπλα. Οι Ενετοί έκλεψαν την εικόνα της Θεοτόκου του Ευαγγελιστή Λουκά. Σε περιοχές της Γαλλίας έφθασαν στα επόμενα έτη, η κάρα του Αγίου Στεφάνου, λείψανα του Αγίου Θωμά, τμήμα του κρανίου του Αγίου Μάρκου, το ακάνθινο στεφάνι του Χριστού, τεμάχιο του χιτώνα της Παρθένου, τμήμα του ενδύματος που φορούσε ο Κύριος, η ζώνη της Παρθένου, ο βραχίονας και η κάρα του Ιωάννη του Βαπτιστή, δύο μεγάλοι σταυροί από τον Τίμιο Σταυρό, η κάρα του Αγίου Θαδδαίου. Τα περισσότερα απ’ τα ιερά λείψανα στη Γαλλία καταστράφηκαν συνειδητά στη Γαλλική Επανάσταση.

Ακόμη το σώμα του Αγίου Ανδρέα μεταφέρθηκε στο Αμάλφι. Τα αμέσως μετά την άλωση χρόνια, Λατίνοι ιερείς στάλθηκαν στην Κωνσταντινούπολη από τη Γαλλία, τη Φλάνδρα και την Ιταλία, προκειμένου να αναλάβουν τη λειτουργία των εκκλησιών της πόλης. Οι εν λόγω ιερωμένοι, επιδόθηκαν σε άγρα λειψάνων, ώστε να μη μείνει σχεδόν ούτε μια σημαντική εκκλησία ή μονή στη Δύση χωρίς μερίδιο της λεηλασία της Πόλης.

ΤΟ ΜΟΙΡΑΣΜΑ ΤΩΝ ΕΡΕΙΠΙΩΝ ΤΟΥ ΒΥΖΑΝΤΙΟΥ: Οι νικητές αποφάσισαν την ίδρυση μιας Αυτοκρατορίας, όμοιας με αυτής που προϋπήρχε εκλέγοντας Αυτοκράτορα το Βαλδουίνος της Φλάνδρας. Στην Κωνσταντινούπολη, βάσει της συμφωνίας, ο Βαλδουίνος έλαβε τα πέντε όγδοα και ο Δάνδολος τα τρία όγδοα μαζί με την Αγία Σοφία. Ο Βαλδουίνος έλαβε και τη Θράκη, τμήμα της Μ. Ασίας στον Ελλήσποντο και μερικά νησιά του Αιγαίου. Ο Βονιφάτιος πήρε τη Μακεδονία και τμήμα της Θεσσαλία. Η Βενετία εξασφάλισε τη μερίδα του λέοντος: περιοχές στις ακτές της Αδριατικής, τα Ιόνια νησιά, το μεγαλύτερο μέρος των νησιών του Αιγαίου, περιοχές στην Πελοπόννησο, την Κρήτη και λιμάνια στη Θράκη. Η Αγία Σοφία περιήλθε στα χέρια του κλήρου της Βενετίας και ο Βενετός Θωμάς Μοροζίνι έγινε Πατριάρχης και κεφαλή της παπικής Εκκλησίας της νέας Αυτοκρατορίας. Σε αυτή τη συγκυρία, δημιουργήθηκαν εστίες ελληνικής αντίστασης, όπως η αυτοκρατορία του Πόντου, η Αυτοκρατορία της Νίκαιας, το Δεσποτάτο της Ηπείρου και το Δεσποτάτο του Μυστρά.

Η ΣΗΜΑΣΙΑ ΤΗΣ ΑΛΩΣΗΣ: Το γεγονός της πτώσης της Βασιλεύουσας στους Σταυροφόρους ήταν πολυσήμαντο. Πρώτη συνέπεια ήταν η επισφράγηση της περαιτέρω πορείας της Αυτοκρατορίας. Ακόμη καθόρισε de facto τις σχέσεις με τη Δύση αλλά και το ανερχόμενο οθωμανικό κράτος. Τα γεγονότα που σημάδεψαν την άλωση της Πόλης από τους δυτικούς οδήγησαν στη γνωστή άποψη του λαού της Πόλης δύο αιώνες μετά: “κρεῖττον φακιόλιον Τούρκων ἢ καλύπτρα λατινική.” Έτσι το χάσμα μεταξὺ Ανατολής και Δύσης, ανοικτό από το 1054, έγινε πια αγεφύρωτο.

Συνηγορεί σ’ αυτό η άποψη των Δυτικών για τους Ορθοδόξους που βλέπουν την καταστροφὴ της Κωνσταντινούπολης ως ≪αιρετικών τιμωρία≫, που ήταν ≪ασεβεῖς και χειρότεροι απὸ τους Εβραίους≫ και ≪νίκη της Χριστιανοσύνης≫! Έτσι οι Βυζαντινοὶ συνειδητοποίησαν ότι οι Λατίνοι ήταν ο ουσιαστικὸς εχθρός, γιατί μόνο απ᾿ αυτοὺς κινδύνευε η ορθόδοξη πίστη, διαμορφώνοντας, προϊόντος του χρόνου, τη στάση των ανθενωτικών, που προτιμούσαν συνεργασία με Οθωμανοὺς παρά φράγκικη λυκοφιλία, επιλέγοντας “το μη χείρον, βέλτιστον”. Η άλωση του 1204 είχε και ευεργετικὲς συνέπειες. Ο μέσος Ρωμηὸς θα συνειδητοποιήσει τη σημασία της διάλυσης της Αυτοκρατορίας και η αντιπάθεια εναντίον των Λατίνων θα μετουσιωθεί σε εθνική ομοψυχία. Λόγω μάλιστα της διάσπασης των επιμέρους εθνοτήτων της αυτοκρατορίας, θα εμφάνισθει η εθνική συνείδηση. Ο τραυματισμὸς του εθνικού γοήτρου θα γεννήσει τη Μεγάλη Ιδέα, ως πόθο απελευθέρωσης της Πόλης και ανασύστασης της Αυτοκρατορίας.

ΠΗΓΗ

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

*

Time limit is exhausted. Please reload CAPTCHA.